αὐτοκύλιστος

αὐτο-κύλιστος [ῠ], ον,
A self-rolled or moved, Opp.H.2.604, Nonn.D.2.434.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοκύλιστος — self rolled masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκύλιστον — αὐτοκύλιστος self rolled masc/fem acc sg αὐτοκύλιστος self rolled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκύλιστα — αὐτοκύλιστος self rolled neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υποκλάζω — (I) ΜΑ 1. λυγίζω λίγο τα γόνατα («ὕπτιος αὐτοκύλιστος ὑπώκλασε ταῡρος ἀρούρη», Νόνν.) 2. (με δοτ.) ταπεινώνομαι μπροστά σε κάποιον 3. μτφ. (για λύχνο) σβήνω σιγά σιγά («ἄρχεται ἤδη λύχνος ὑποκλάζειν ἦκα μαραινόμενος», Παύλ. Σιλ.) 4. (μτβ.) κάμπτω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.